Καλό χειμώνα σε όλους!Ξέρω, χάθηκα πάλι! Ο λόγος είναι η περιορισμένη πρόσβαση στο διαδίκτυο. Λείπω από το νησί από την 1η Αυγούστου και είμαι πολύ καλά γι’ αυτό. Ίσως τελικά αυτό να ήθελα για να ηρεμίσω. Τώρα επιστρέφω ανανεωμένη, με ξεκούραστο μυαλό και πολλές ιδέες! Επίσης ήθελα να σας πω –γιατί ήδη πολλούς από σας κρατώ σε αγωνία- ότι πέρασα στην πρώτη μου επιλογή, που ήταν το ΤΕΙ Λογοθεραπείας Ιωαννίνων.
Δε θα μιλήσω καθόλου για το πώς σκέφτομαι και πώς είμαι αυτήν την περίοδο. Ίσως κάποια στιγμή να γράψω κάτι. Θέλω όμως να παραθέσω αυτό που διάβασα στο προηγούμενο τεύχος του περιοδικού Vita –άρθρο με τίτλο «Μπράβο!»- και φυσικά θα είναι το θέμα που περιμένω να συζητήσουμε γι’ αυτό και θα περιμένω τα σχόλιά σας. Δεν παραθέτω όλο το άρθρο παρά μόνο το απόσπασμα από μια μαρτυρία.
ΥΓ: Θα ήθελα να δώσω τα συγχαρητήριά μου στην Μαρία Τζιρίτα για το βιβλίο της «Μάτια μου» και στη Λένα Μαντά για το «Έρωτας σαν βροχή», από το οποίο έβλεπα να ξετυλίγονται κατά κάποιο τρόπο δικά μου συναισθήματα. Τώρα διαβάζω το «Έστω μια φορά» της Πασχαλίας Τραυλού το οποίο μέχρι στιγμής μου αρέσει επίσης πολύ.
Η μαρτυρία
Διηγείται η Αργυρώ: «Είναι αργά το απόγευμα, γυρίζω από τη δουλειά. Τα παιδιά είναι ακόμη στη γιαγιά τους, ο Ανδρέας θα γυρίσει σε λίγο. Είμαι ψόφια, αλλά λέω να κανακέψω λίγο τον άνδρα μου, που ξέρω ότι είχε δύσκολη μέρα σήμερα, κι έτσι φτιάχνω το αγαπημένο του σάντουιτς με τόνο και βγάζω δύο ποτήρια για κρασί. Ακούω το κλειδί στην πόρτα. Λέει “γεια”, πάει να πλύνει τα χέρια του και να βγάλει το πουκάμισο, και κάθεται στην πολυθρόνα απέναντί μου, όπως εκατοντάδες βραδιές μέχρι τώρα. Δύο άνθρωποι που έχουν κάνει οικογένεια, ζουν χρόνια μαζί, και που, επειδή είναι δεδομένοι ο ένας για τον άλλον, διψούν για ευγνωμοσύνη και αναγνώριση. Κι όμως… Ο Ανδρέας παίρνει το ένα σάντουιτς και πίνει μια γουλιά κρασί χωρίς να μου πει κουβέντα. “Κρίμα!”, ακούω τον εαυτό μου να λέει πικρόχολα, “Έχεις υπάρξει και πιο ευγενικός, κάποτε…”. Φυσικά, η παρατήρηση πετυχαίνει διάνα και η ατμόσφαιρα γεμίζει ένταση. Φανερά τσατισμένος μου απαντάει: “Γκρινιάζεις συνέχεια, το ’χεις καταλάβει; Καλύτερα να πάω για ύπνο!”. Παρατάει φαγητό και κρασί και εξαφανίζεται στην κρεβατοκάμαρα. Πόσο με θλίβει όλο αυτό... Πώς ξεχάσαμε πόσο μας συγκινούσε παλιά όταν προσφέραμε κάτι ο ένας στον άλλον! Τώρα όλα, ακόμη και κάποιες μικρές ξεχωριστές χειρονομίες, έχουν γίνει αυτονόητες και τους δίνουμε προσοχή μόνο όταν τις χάσουμε, λες και ψάχνουμε ευκαιρία για να δηλώσουμε δυσαρεστημένοι αντί ευχαριστημένοι…».

Περισσότερα... »


